οὕτω 

сце, толь, тольма
οὕτως сце, таковъ, такожде, тожде, тольма, тольм
οὕτω ... καὶ οἱονεί такожде ... да ꙗкоже
οὕτω καὶ οὗτος такожде
οὕτως ... ὡς, οὕτω ... ὡς сце .... ꙗко[же]
ὥσπερ ... οὕτως [вар. ὥσπερ ... ὡσαύτως], καθάπερ ... οὕτω [καί], ὥσπερ ... οὕτω καί ꙗко[же] ... сце []